Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Η ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΌΓΩΝ

Η ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΌΓΩΝ ΣΤΟ 

ΒΥΖΑΝΤΙΟ

(Συμβολικά, η περίοδος από την Φραγκοκρατία (1204) έως την Αλωση (1453)
Περίληψη του αντίστοιχου κεφαλαίου της διπλωματικής εργασίας ("Maitrise") του Δημήτρη Σκουρτέλη στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, στο τμήμα Εικαστικών Τεχνών, με τίτλο : "Η αναγέννηση της Βυζαντινής ζωγραφικής τον 20ο αι. στην Ελλάδα"





Η ανάπτυξη της Δύσης και ο ανταγωνισμός μεταξύ «Λατίνων» και Βυζαντινών κορυφώθηκε με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. Διαπιστώνουμε πως ο «ιερός πόλεμος» της Δύσης δεν κατάφερε ένα τόσο ισχυρό χτύπημα στον Μουσουλμανικό κόσμο, όσο αυτό που κατάφερε κατά του Βυζαντίου.  Στην ουσία, το πραγματικό θύμα των Σταυροφοριών, ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261 από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο (1258 - 1282) Η Δυναστεία των Παλαιολόγων ονόμασε αυτήν την περίοδο. Αλλά, η Αυτοκρατορία υπό την διοίκησή της δεν ήταν το παλιό, ισχυρό κράτος, αλλά ένα κράτος με μειωμένη έκταση, «λιωμένο ανάμεσα στη Λατινική Χριστιανοσύνη και την ασταμάτητη παλίρροια της Ανατολής» [1]

Πράγματι, πολλές Ελληνικές περιοχές κατέχονταν ακόμη από Λατίνους και Τούρκους. Η Αυτοκρατορία πνίγονταν, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά, περιμένοντας το τέλος, που όμως φαίνονταν μακρύ.




Το Βυζάντιο και ο Ελληνισμός γνωρίζουν μια νέα περίοδο, με βαριές συνέπειες στον τομέα του πολιτισμού και της τέχνης, επίσης. Η Βυζαντινή τέχνη παύει να επηρεάζει την Δύση, που σύντομα θα εξαπολύσει μια «ριζική» Αναγέννηση, ενώ το Σχίσμα απομονώνει τις δυο κοινωνίες. Από εδώ και πέρα, το Βυζάντιο, που ήθελε να είναι μια «οικουμενική» Αυτοκρατορία και το κατ’ εξοχήν Χριστιανικό κράτος, βλέπει τον εαυτό του υποχρεωμένο να αντιπαρατίθεται όχι μόνο στους «άπιστους» αλλά και στους Χριστιανούς της Δύσης, που αμφισβητούν, με μεγάλη επιτυχία άλλωστε την Pax Byzantina”.

Πρόκειται λοιπόν, για μια ριζική αλλαγή του ρόλου του Ελληνισμού στον Κόσμο. Αυτή εποχή ήταν, πάνω απ’ όλα, κρίση αξιών και προσανατολισμών. Δεν είναι αδόκιμο να ισχυριστούμε πως οι πολιτικές και πολιτιστικές επιλογές εκείνης της εποχής είχαν βαριές συνέπειες σε όλη την Νεοελληνική Ιστορία, ως τις μέρες μας. Πράγματι, καθορίστηκαν οι σχέσεις Δύσης – Βυζαντίου. Μπήκαν οι βάσεις που βοήθησαν στην επιβίωση του Εθνους κατά την επερχόμενη Τουρκοκρατία, καθώς και οι βάσεις της σύγχρονης Ορθοδοξίας. Με δυο λόγια, οι προσανατολισμοί και τα μεγάλα προβλήματα εκείνης της εποχής, είναι ακόμα επίκαιρα.




Η πλειοψηφία των ιστορικών συμφωνούν, περιγράφοντας την εποχή των Παλαιολόγων ως την πνευματική και καλλιτεχνική κορύφωση όλης της Βυζαντινής Ιστορίας. Και όμως, η πολιτιστική αυτή ακμή έρχεται σε μια περίοδο που η Αυτοκρατορία αντιμετωπίζει μια μακρά και τρομερή κρίση. Αυτό το ιστορικό παράδοξο δεν μπορεί να αγνοηθεί, σε μια εμβάθυνση της ανάλυσης της φύσης του Βυζαντινού πολιτισμού και της Αγιογραφίας εν προκειμένω. Η κλασσική ιστορική επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να ερμηνεύσει αυτό το φαινόμενο που προφανώς είναι  ανεξάρτητο από κάθε ιστορικό νόμο. [2]

Η εποχή των Παλαιολόγων σημαδεύτηκε από δυο ρεύματα, τους «Ησυχαστές» και τους «Ανθρωπιστές» που πολιτικά εκφράστηκαν με τους «Ανθενωτικούς» (Ορθόδοξους) και τους «Ενωτικούς» αντίστοιχα.

 Είναι σε αυτήν την περίοδο που η Ορθοδοξία φτάνει στην πλήρη θεολογική της ολοκλήρωση, με θεολόγους σαν τον Νικόλαο Καβάσιλα, τον Μάρκο Εφέσου, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Γεννάδιο Σχολάριο:«Αυτήν την δωρεά στον Αιώνα, το Βυζάντιο δεν τη κάνει τον καιρό της λάμψης, αλλά τον καιρό του κινδύνου του» «είναι μέσα στην κατάρρευση μιας κοινωνίας, μιας τάξης, μιας Χριστιανοσύνης, που η Ορθοδοξία κατορθώνει την μέγιστη σύνθεση της θεολογίας και της πνευματικότητάς της» . [3]

Η Ορθοδοξία δεν απέφυγε τον κίνδυνο του εσωτερικού σχίσματος σ’ αυτές τις διεργασίες. Το κίνημα των «Ησυχαστών» αντικατόπτριζε και τις κοινωνικές αναταράξεις της εποχής και την δίψα για κοινωνική δικαιοσύνη. Αν όμως στη Δύση αυτά οδήγησαν στο Προτεσταντικό σχίσμα, στην Ανατολή επετεύχθη η Σύνθεση, χωρίς τις καταστροφικές συνέπειες που είχαν τα ανάλογα γεγονότα στη Δύση. Οι Ησυχαστές αναγνωρίστηκαν μάλιστα, από αλλεπάλληλες Συνόδους (1341, -47, -68)

Άλλωστε, η ανυποχώρητη στάση των Ησυχαστών στο θέμα της σχέσης των Εκκλησιών, εμπόδισε την Ενωση των Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, που ήταν τόσο επιθυμητή από τους Αυτοκράτορες, με στόχο να σώσουν την Αυτοκρατορία μέσω ενός συμβιβασμού με την Δύση.




Το άλλο κίνημα της εποχής, ήταν αυτό των «Ανθρωπιστών» που το επάνδρωναν κυρίως διανοούμενοι που ήταν συνδεδεμένοι με την Αυτοκρατορική αυλή.  Οι «Ανθρωπιστές» ενδιαφέρονταν για την κληρονομία της αρχαίας Ελλάδας, που την συνδύαζαν με μια θεολογία λίγο-πολύ ορθολογιστική. Ανάπτυξαν την μελέτη της αρχαίας γραμματείας όσο ποτέ άλλοτε.

Ο Κόσμος οφείλει ευγνωμοσύνη στους Βυζαντινούς Ανθρωπιστές. Περιορίστηκαν βέβαια στην συντήρηση και σχολιασμό των αρχαίων πηγών, αλλά χωρίς αυτό το έργο, η κληρονομιά της αρχαιότητας θα έμενε για πάντα χαμένη. Η Ιταλική Αναγέννηση τους χρωστά πολλά.

Ανθρωπιστές και Ησυχαστές συγκρούστηκαν σε θεολογικά θέματα, μια που οι πρώτοι έδιναν μεγάλη σημασία στην λογική ως μέσον κατανόησης του Θείου. Αλλωστε, ανάμεσά τους, ο Πλήθων Γεμιστός (1355-1451) κατέληξε στην ολοκληρωτική απόρριψη του Χριστιανισμού οραματιζόμενος μια πλήρη επαναφορά της αρχαιότητας. Το μήνυμά του έγινε αποδεκτό περισσότερο στη Δύση, παρά στο Βυζάντιο.  Πολλοί ανθρωπιστές βέβαια, έφυγαν στη  Δύση, ασπάστηκαν τον Ρωμαιοκαθολικισμό και συμμετείχαν ενεργά στην Αναγέννηση.

Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στα δυο ρεύματα, εμφανίστηκε πολιτικά με τους «Ενωτικούς» και τους «Ανθενωτικούς». Οι μεν προτιμούσαν συμβιβασμό με την Δύση σε ανταλλαγή στρατιωτικής βοήθειας κατά των Τούρκων, ενώ οι δε προτιμούσαν να τηρήσουν την πίστη, έστω και εις βάρος του μέλλοντος της Αυτοκρατορίας.




Η αντίληψή μας πάνω στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι ενοποιητική. Πιστεύουμε πως πίσω και μέσα από αυτήν την αντίθεση, Ησυχαστών-Ανθρωπιστών, Ενωτικών-Ανθενωτικών, δημιουργήθηκε μια μεγαλοπρεπής σύνθεση που είναι η ίδια η φύση και η ουσία της «Αναγέννησης των Παλαιολόγων». Και δεν υπάρχει τομέας του Βυζαντινού πολιτισμού της εποχής που αυτό να είναι πιο εμφανές από την ζωγραφική, και ειδικά την αγιογραφία, όπου συνδυάζεται εκπληκτικά το θεολογικό βάθος των Ησυχαστών με την υιοθέτηση των αρχαίων προτύπων που ενέπνεαν τους Ανθρωπιστές.


Τέλος Α μέρους


[1] Olivier Clement, «Byzance et le Christianisme» σελ 1
[2] Εισαγωγή του Λ. Καμπερίδη στο «Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση» του Στήβεν Ράνσιμαν, σελ. 13-18
[3] Olivier Clement, «Byzance et le Christianisme» σελ 1


ΜΕΡΟΣ Β

Επιστρέφοντας στο θέμα που θίξαμε στην αρχή του κεφαλαίου μας, δηλ. την νέα θέση του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας σχετικά με την Δύση αλλά και στον κόσμο, μπορούμε να πούμε πως αυτό το πρόβλημα είναι στις ρίζες κάθε πνευματικού κινήματος της εποχής αυτής.

Είναι λοιπόν, η διαμόρφωση του νέου προσώπου του Ελληνισμού που βρίσκεται στη βάση της εποχής των Παλαιολόγων. Αφορά την δημιουργία μιας νέας Εθνικής ιδεολογίας (Η μιας Εθνικής ιδεολογίας απλά) ενός νέου πατριωτισμού, ώστε να ανακουφιστεί η Εθνική Υπερηφάνεια, που τόσο γελοιοποιήθηκε και καταρρακώθηκε από το Σχίσμα και την Φραγκοκρατία.



Ο Χριστιανισμός δεν αρκούσε πια για να δικαιώνει το Βυζάντιο απέναντι στους εχθρούς του μια που τώρα και η Χριστιανική Δύση ήταν αντίπαλός του. Συνεπώς, οι Βυζαντινοί θα αγκιστρωθούν στην αρχαία Ελληνική παράδοση –όπως είχαν δικαίωμα εξ αιτίας της γλώσσας τους- και φυσικά στην Ορθοδοξία, την «ορθή πίστη» που πλέον δεν κινδύνευε μόνον από τους «άπιστους» δηλ τους Τούρκους, αλλά και από τους«αιρετικούς» και «σχισματικούς», δηλ τους Χριστιανούς της Δύσης. Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, προσκολλημένοι στην αρχαία Ελλάδα και ο λαός του Βυζαντίου, προσκολλημένος στην Ορθοδοξία, θα αναλάβουν μαζί το έργο της σωτηρίας του κράτους των Ορθοδόξων Ελλήνων, που τώρα πια είναι το Βυζάντιο. [1]

Ιδού λοιπόν το σημείο συνάντησης των Ησυχαστών και των Ανθρωπιστών, πίσω από μια επιφανειακή αντιπαράθεση. Από διαφορετικούς δρόμους, αυτά τα δυο κινήματα σχηματίζουν το νέο πρόσωπο του Ελληνισμού, που ας το πούμε, δεν διαφέρει πολύ από το σημερινό.  Αυτά οφείλονται και σε δημογραφικούς λόγους, [2] μια που η επιστροφή του όρου «Έλληνας» σε αντικατάσταση του όρου «Ρωμαίος»που παλιότερα καθόριζε τον Βυζαντινό πολίτη, και άλλα, παράλληλα φαινόμενα, οφείλονται και στο ότι η Αυτοκρατορία εγκαταλείπει πια τα οικουμενικά της όνειρα και περιορίζεται γεωγραφικά σε περιοχές που κατοικούνται από Έλληνες.



Η συνάντηση των δυο ρευμάτων είναι εμφανής στην τέχνη της περιόδου, που παρουσιάζει έξοχα μνημεία. Τα πρότυπα που εμπνέονται από την κλασσική αρχαιότητα ακολουθώντας τις αντιλήψεις των Ανθρωπιστών, συνταιριάζουν με το όραμα του υπερφυσικού«Θαβωρείου και ακτίστου φωτός» των Ησυχαστών, και την μεταμόρφωση του ορατού κόσμου. Οι Ησυχαστές, μέσω της «Κυριακής προσευχής» έφθαναν σε μια θέαση του κόσμου και του εαυτού τους, μεταμορφωμένη από την Θεία Χάρη. Άχρηστο, ίσως, να υπογραμμιστεί πόσο αυτή η οπτική επηρέασε το χρώμα και την αντίληψη του φωτός στην Βυζαντινή ζωγραφική της περιόδου.

Πολλοί ιστορικοί δεν έχουν κατανοήσει αυτήν την Σύνθεση. Λένε πως η τέχνη της περιόδου δεν είναι άλλο παρά το αποτέλεσμα Αρχαιοελληνικών επιρροών εις βάρος της Ορθόδοξης τέχνης. Άλλοι  πάλι, χαρακτηρίζουν την τέχνη της εποχής σαν μια «αποτυχημένη»Αναγέννηση, «πνιγμένη από έναν αρρωστημένο μυστικισμό»συγκρίνοντάς την με την Ιταλική Αναγέννηση.

Η ζωγραφική των Παλαιολόγων δεν ήταν ούτε η «παραχάραξη της παράδοσης» [3] ούτε μια Αναγέννηση πνιγμένη από τον μυστικισμό. Άλλωστε, η Αναγέννηση των Παλαιολόγων δεν αποτελεί εξαίρεση στην ιστορία της Βυζαντινής τέχνης. Αντίθετα δεν είναι παρά μια Αναγέννηση ανάμεσα στις πολλές παρόμοιες που γνώρισε αυτή η τέχνη. Στην πραγματικότητα, η επιστροφή στις αρχαίες πηγές είναι ένα συχνό φαινόμενο στην αγιογραφία.



Από την άλλη, όποια σύγκριση με την Ιταλική Αναγέννηση είναι ατυχής και αδόκιμη.  Η Ιταλική Αναγέννηση απέβλεπε σε μια ριζική ανάταξη της πνευματικής ζωής, που συνοδεύονταν με σειρά επιστημονικών ανακαλύψεων, μια μεγάλη οικονομική και εμπορική ανάπτυξη και με την κατάκτηση νέων περιοχών. Στην ουσία, η Ιταλική Αναγέννηση ήταν ένα κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό κίνημα που σηματοδοτεί την εξέλιξη της Δυτικής κοινωνίας σε μια Κεφαλαιοκρατική(καπιταλιστική) διάρθρωση, πράγμα που απαιτούσε νέες οδούς σκέψης.

 Τίποτα από αυτά, που καθορίζουν την Ιταλική Αναγέννηση,  δεν είναι κοινό με την Αναγέννηση των Παλαιολόγων. Η Ελληνική Αναγέννηση δεν ανακάλυπτε κάτι νέο, δεν έρχονταν σε ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν της, αλλά υπογράμμιζε ένα στοιχείο που ήδη υπήρχε στην Βυζαντινή τέχνη –την αρχαία επιρροή. Δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο, αλλά να διατηρήσει ένα ένδοξο παρελθόν, όπως όφειλε. [4]

«Γεγονός είναι, πως οι ύστεροι Βυζαντινοί –σε αντίθεση με τους Ιταλούς- άφησαν χώρο στο Φυσικό, χωρίς να γίνουν Φυσιοκρατιστές. Χρησιμοποίησαν το Βάθος, χωρίς να το φυλακίσουν στους νόμους της Προοπτικής. Εξερεύνησαν το Ανθρώπινο, αλλά χωρίς να το απομονώσουν από το Θείο»... «Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν η τέχνη των Παλαιολόγων αντιπροσωπεύει, όχι πλέον μια χαμένη Αναγέννηση, αλλά μια Αναγέννηση μεταμορφωμένη» [5]



Οι καλλιτέχνες αυτής της εποχής αρχίζουν πλέον να υπογράφουν τα έργα τους. Αλλά όσο και αν αναπτύσσουν τεχνοτροπίες λίγο-πολύ προσωπικές, παραμένουν συλλογικοί, και ακολουθούν τους κανόνες της αγιογραφίας. Αυτή η αντίληψη για τον καλλιτέχνη αγιογράφο παραμένει ως τις μέρες μας.

Η Αναγέννηση των Παλαιολόγων είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να κατανοηθεί αν δεν το δούμε σαν αντίδραση στον στραγγαλισμό της Αυτοκρατορίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Από τη  άλλη, δεν ήταν ένα φαινόμενο διαρκείας, όπως στην Δύση. Αντιθέτως, θα μπορούσαμε να την κατατάξουμε μεταξύ των πολλών «Αναγεννήσεων» που γνώρισε η Βυζαντινή τέχνη κατά την  ύπαρξή της. [6]

Αλλωστε, αφού έκανε τον πλήρη κύκλο της, η Αναγέννηση των Παλαιολόγων παραχώρησε την θέση της (ακόμα και προ της Άλωσης) σε έναν πιο αυστηρό ρυθμό, που αποκαλούμε «Κρητική Σχολή»






[1] Αρβελέρ, «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» σελ. 73-74
[2] Στήβεν Ράνσιμαν «Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση» σελ. 37
[3] Βράνος, «Θεωρία της αγιογραφίας» σελ. 25
[4] Οττο Ντέμους «Αρχαίες εικόνες της Ρωσίας» σελ. 9
[5] Olivier Clement, «Byzance et le Christianisme» σελ 77 Ήδη εξηγήσαμε πως οι συγκρίσεις αυτές είναι μάταιες.
[6] Όπως λέει ο Ράνσιμαν, άλλοτε ο καλλιτέχνης όφειλε να προσαρμόζεται σε ένα Ελληνίζον κοινό, και άλλοτε ένας Ελληνίζων καλλιτέχνης όφειλε να προσαρμοσθεί σε ένα κοινό πιστών. («Ο Βυζαντινός πολιτισμός» σελ. 305)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου